metaphysic_religions

Comments

polina's picture

Η «μεταφυσική» είναι ο θεμελιώδης φιλοσοφικός κλάδος που ασχολείται με το Είναι. Είναι η θεωρία περί του Είναι. Ο φιλόσοφος εδώ αγωνίζεται να γνωρίσει την πίσω από τα φαινόμενα κρυμμένη πραγματικότητα. Ζητεί την όπισθεν των αισθητών όντων (των όντων ως φαινομένων) εσχάτη πραγματικότητα, η οποία αποτελεί την αιτία και το θεμέλιο του αισθητού κόσμου, όπως λ.χ. η «δύναμη» είναι η πρώτη αρχή της κινήσεως.

Υπό αυτή την έννοια η μεταφυσική είναι θεμελιώδης επιστήμη, στο έδαφος της οποίας βρίσκονται οι ρίζες όλων των άλλων φιλοσοφικών κλάδων. Είναι η επιστήμη που έχει ως θέμα την ουσία, τον έσχατο λόγο και το νόημα του όντος. Ερευνά γενικά τα στοιχεία και τις βασικές προϋποθέσεις κάθε όντος. Ερμηνεύει τις βαθύτερες συναρτήσεις και αναζητεί το παραμένον, το σταθερό μέσα στο ποτάμι των αλλαγών και των φανερώσεων. Τούτο το σταθερό, το αναλλοίωτο, είτε γενικές και καθολικές ιδέες είναι αυτό, είτε «πράγμα καθ’ εαυτό», η μεταφυσική το βλέπει ως το μόνο αληθινό, ως το «όντως ον». Γι’ αυτό η μεταφυσική ονομάζεται και «Οντολογία» ή «Πρώτη Φιλοσοφία», όπως ήθελε ο Αριστοτέλης.

Η μεταφυσική ως φιλοσοφική επιστήμη που εξετάζει τις γενικότατες αρχές και τους όρους του Είναι, είναι Οντολογία. Ο όρος όμως «Οντολογία» χρησιμοποιείται και με έννοια στενότερη, ειδικότερη. Έτσι η μεταφυσική ως «Οντολογία» είναι η θεωρία για τα όντα, ως «Κοσμολογία» η θεωρία για την ουσία του κόσμου, ως «Ανθρωπολογία» η φιλοσοφική επιστήμη για τον άνθρωπο και ως «Θεολογία» η διδασκαλία για την ύπαρξη και την ουσία του Θεού. Η διάκριση αυτή δεν αναιρεί τον ισχυρισμό όσων δικαίως ταυτίζουν τη μεταφυσική με την Οντολογία. Αντίθετα τον επιβεβαιώνει, αφού κόσμος - άνθρωπος – Θεός έχουν τον χαρακτήρα του όντος.

Ο όρος «Μεταφυσική» προήλθε από την κατάταξη των έργων του Αριστοτέλους που ο Ανδρόνικος ο Ρόδιος έκανε κατά το 70 π.Χ. περίπου. Ο σπουδαίος αυτός Αριστοτελικός φιλόσοφος ενέταξε την «πρώτη φιλοσοφία» μετά τα «Φυσικά» συγγράμματα. Η τοποθέτηση αυτή ασφαλώς δεν είναι τυχαία, αφού η «πρώτη φιλοσοφία» ερευνούσε τις πρώτες αρχές και αιτίες των όντων και τα οποία είναι και το αντικείμενο της μεταφυσικής.

Η «Μεταφυσική» ως επιστήμη είναι αρχαιότερη όμως. Οι Προσωκρατικοί φιλόσοφοι θέτοντας το ερώτημα για την πρώτη αρχή και αιτία, στην οποία οφείλουν την ύπαρξή τους όλα τα όντα, αναδείχθηκαν ως οι πρώτοι μεταφυσικοί. Ο Πλάτων όρισε τη μεταφυσική ως θεωρία περί του Είναι και χώρισε τα είδη του Είναι διακρίνοντας τα πράγματα σε αισθητά και νοητά. Το αισθητό Είναι, πάλι, η Πλατωνική μεταφυσική το διαιρούσε σε άψυχο και έμψυχο, σε ύλη και ζωή. Το αισθητό είναι το φθειρόμενο ή μεταβαλλόμενο, το νοητό είναι το σταθερό. Το νοητό επομένως είναι το όντως ον, οι ιδέες. Οι ιδέες ως το πραγματικό Είναι έχουν Ζωή. Η Ζωή είναι το γνώρισμα του Είναι.

Η μεταφυσική επιζητεί να αναγάγει το πλήθος των όντων σε μία αιτία, ευρισκόμενη πέρα της φύσεως και ούσα ριζικώς διαφορετική από αυτήν (natura aliqua). Ο Θεός υπάρχει, βεβαίως, αλλά ως απρόσωπη αιτία και πρώτη αρχή, ως μία διάσταση π.χ. στην οποία ανάγεται και από την οποία κατάγεται ο κόσμος.
Σημαντικότατο εδώ να τονίσουμε είναι ότι, κατά την φιλοσοφία υπάρχουν και οι λεγόμενες αποδείξεις περί υπάρξεως του Θεού και οι οποίες πολύ επιγραμματικά είναι :

i) Η κοσμολογική απόδειξη, η οποία συνάγει από το μεταβλητό των όντων την αναγκαία ύπαρξη ενός αμετάβλητου όντος ως αιτίας του εαυτού του και των άλλων (το πρώτον κινούν ακίνητον του Αριστοτέλους).

ii) Η τελολογική απόδειξη η οποία συμπεραίνει από την τάξη και τον ρυθμό του κόσμου την ύπαρξη ενός δημιουργού αυτής της τάξεως, του Θεού, αφού τα ίδια τα όντα δεν μπορούσαν να είχαν θέσει αυτή τη σκόπιμη τάξη, υποκείμενα σε αυτήν.

iii) Η ηθική απόδειξη, κατά την οποία η ηθική τάξη του κόσμου επιβεβαιώνει την ύπαρξη Θεού, δημιουργού και εγγυητού της ηθικής αυτής τάξεως (του δικαίου) έναντι της υπάρχουσας στον κόσμο αδικίας. Πρόκειται για το αίτημα, την αναπόδεικτη αλλά αναγκαία για την εξήγηση γεγονότων αξίωση του Καντ.

iv) Η οντολογική απόδειξη συνάγει την ύπαρξη του Θεού από την έννοια αυτού ως υψίστου και τελειοτάτου όντος. Η ιδέα αυτή του Θεού ως υψίστου όντος περιέχει μέσα του το ίδιο το «υποκείμενο» στο οποίο αναφέρεται δηλ. τον Θεό (Άνσελμος).

v) Η ιστορική απόδειξη η οποία στηρίζεται στο ότι όλοι οι λαοί όλων των εποχών πίστευαν σε Θεό ή θεούς. Αυτή η γενικώς διαδεδομένη πίστη στη ύπαρξη του Θεού κρύβει το Είναι του Θεού. Ο Πλούταρχος σημειώνει: «Περιοδεύοντας θα συναντήσεις και πόλεις ατείχιστες, αγράμματες, αβασίλευτες, ακατοίκητες, ... όμως ανίερη και άθεη πόλη... κανένας δεν είδε ούτε θα ιδεί...».

Ας δούμε τώρα τον ορισμό της λέξεως θρησκεία σύμφωνα με τα λεξικά :
i) Η περί υπάρξεως Θεού πίστις και η προς αυτόν λατρεία.
ii) Το σύνολον των δοξασιών των σχετικών προς εις θεούς ή Θεόν πίστιν.
iii) Η αφοσίωσις εις ανώτερον ιδεώδες ή σύμβολον.

Είναι ολοφάνερο ότι η θρησκεία είναι μεταφυσική. Αρχή, θεμέλιο, αντικείμενο και τελικός στόχος και αυτής είναι ο Θεός, το Τέλειον Ον, το Ιδεώδες, το Άφθαρτον και Αναλλοίωτον. Μία όμως πιο προσεκτική ματιά μας αναγκάζει να δούμε διαφορές ανάμεσα στην μεταφυσική ως βασικότατο κλάδο της φιλοσοφίας όπως προαναφέρθηκε και τη θρησκεία. Τώρα βλέπουμε τη λέξη πίστη να εισβάλλει. Όσα διαπιστώνονται λογικά και συστηματικά στη φιλοσοφία, αποκαλύπτονται συμβολικά, δογματικά ή τελετουργικά στη θρησκεία. Ο φιλόσοφος υπακούει στην αυθεντία της γνώσεως. Ο θρησκευόμενος στη θέρμη της πίστεως.

Αυτό δεν σημαίνει όμως αμφισβήτηση του επιστημονικού χαρακτήρα της θεολογίας και άρνηση της θρησκείας, υπογραμμίζουν απλώς τη βασική διαφορά ανάμεσα στη φιλοσοφία και τη θρησκεία. Φιλοσοφική γνώση και θρησκευτική πίστη ίστανται σε διαφορετικά επίπεδα. Γι αυτό η θρησκευτική πίστη δεν είναι δυνατόν ούτε να αποδειχθεί ούτε να αναιρεθεί από την Λογική και την εμπειρική επιστήμη, πράγμα που και ο Καντ υποστήριζε. Κάθε περιοχή έχει τα δικά της προβλήματα και την δική της αλήθεια, πράγμα που οδήγησε σε μία μεγάλη διαμάχη. Έτσι είτε η θρησκεία στρέφεται ενάντια στη φιλοσοφία είτε η φιλοσοφία στη θρησκεία. Η οξεία αυτή αντίθεση κορυφώνεται στην πρώτη περίπτωση με τη δήλωση του Λουθήρου που ονόμασε την ανθρώπινη λογική πόρνη του διαβόλου, στη δε δεύτερη με την αντιεπιστημονική ρήση του Μαρξ που χαρακτήρισε τη θρησκεία όπιο του λαού.

Ασφαλώς η φιλοσοφία δεν ταυτίζεται με τη θρησκεία και οι διαφορές ως προς το περιεχόμενο, τη μέθοδο και τα μέσα γνώσεως και έρευνας είναι σημαντικές ανάμεσά τους. Όμως η μεταφυσική χροιά είναι ανώλεθρη. Ήδη ο Πλάτων είδε τον τελικό σκοπό της φιλοσοφίας στη «θέα του αγαθού» και την «ομοίωσιν αυτώ» (μήπως μας θυμίζει κάτι αυτό;) και ο Αριστοτέλης έβλεπε τη διδασκαλία για τον Θεό, τη θεολογία, ως έναν από τους τρεις βασικούς κλάδους της θεωρητικής φιλοσοφίας. Στον Καντ επίσης κάθε γνώση βρίσκεται σε άμεση σχέση με την ιδέα της ψυχής, του κόσμου και του Θεού. Ο Γιάσπερς εξ άλλου προσδιόρισε ως τρεις θεμελιώδεις λειτουργίες τον προσανατολισμό στον κόσμο τον υπαρξιακό φωτισμό και την άνοδο προς το Επέκεινα, στο Περιέχον τους δύο άλλους ορίζοντες, δηλαδή τον άνθρωπο και τον κόσμο, λειτουργίες που είναι οι ίδιες με εκείνες κάθε θρησκείας. Προς τούτο χρειάζεται κατά τον Κίρκεγκωρ ένα απεγνωσμένο άλμα στο χώρο του Παρα-δόξου, του Παρα-λόγου, το α-νοήτου. Απαιτείται η συντριβή του λόγου, η σταύρωση της λογικής, που όμως σημαίνει σωτηρία και ανάσταση για την ύπαρξη. Λογική όμως συμφιλίωση ανάμεσα στις δύο αυτές κατηγορίες αληθειών – όπως τις διέκρινε ο Λέσσιγκ– δίχως να παραβιασθούν οι λογικοί κανόνες είναι αδύνατη και θα συνιστούσε «μετάβασιν εις άλλο γένος», σύμφωνα με την άποψη του Αριστοτέλους.

Στην υψηλή αυτή συνάντηση φιλοσοφίας και θρησκείας σπεύδει να λάβει μέρος και η επιστήμη με την σύγχρονη και διευρυμένη αντίληψή της περί κόσμου, ανθρώπου και Θεού. Στην φύση η ύλη δεν είναι εξολοθρεύσιμη. Δεν καταστρέφεται παρά μετατρέπεται σε ενέργεια. Ούτε ένα μόριο δεν εξαφανίζεται δίχως να αφήσει ίχνη. Η φύση δεν γνωρίζει εξόντωση παρά μόνον μετασχηματισμό. Ο μετασχηματισμός αυτός είναι μία μορφή αθανασίας. Η ιδέα της αθανασίας είναι θελκτική για την ανθρώπινη διανόηση. Η θρησκεία πιστεύει σε αυτήν, ενώ η φιλοσοφία με τον άμετρο ιδρώτα του λόγου της ανοίγει δρόμους που οδηγούν σε αυτήν την πίστη. Φιλοσοφική γνώση και θρησκευτική πίστη ενισχύουν μία ζώσα πνευματική πρό-οδο και γίνονται όργανα μετασχηματισμού της συνειδήσεως του ανθρώπου, δηλαδή αποκαλύψεως του Θεού ή ζωντανής παρουσίας του Απροσίτου μέσα στη ανθρώπινη συνείδηση. Έτσι γνώση και πίστη είναι συλλειτουργοί της Αιώνιας Αλήθειας.

Η μία ακολουθεί τα βήματα του λόγου, η άλλη τους χτύπους της καρδιάς. Ας μην ξεχνάμε και τα βαθύτατα λόγια του Ιησού στην επί του όρους ομιλία του: «Μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται».
Αυτή την ανάγκη ζήτησαν να ικανοποιήσουν και ο homo sapiens και ο homo religiosus.
Αυτό τον ασίγητο πόθο υπέροχα σιγοψιθυρίζει ο Goethe: «Αχ, αν μια φορά από σένα, Αιώνιε, η ψυχή μου να γεμίσει μπορούσε».

Φιλοσοφία και θρησκεία λοιπόν, δύο φαινομενικά αιώνια αντιμαχόμενες δυνάμεις που όμως συμπληρώνουν η μία την άλλη και ορμούν και οι δύο προς τον ίδιο μεταφυσικό στόχο. Το Αιώνιο Είναι.