dionysian_mysteries

Comments

polina's picture

ΤΑ ΜΕΓΑΛΑ ΔΙΟΝΥΣΙΑ

Τα κυρίως Διονύσια, τα Μεγάλα ή τα εν Άστυ, τα εόρταζαν ένα μήνα μετά τα Ανθεστήρια, περί τα τέλη του Ανθεστηριώνα και τις αρχές του Μουνυχιώνα περί τα τέλη Μαρτίου και συνέπιπταν με την εαρινή ισημερία.
Η εορτή αυτή ήταν η διασημότερη, λαμπρότερη και πλέον επίσημη, συνέρρεαν δε στο κλεινόν Άστυ από όλα τα μέρη της Ελλάδος. Ο Παυσανίας ο Περιηγητής περιγράφει με λεπτομέρειες τα Μεγάλα Διονύσια. Κατά την εορτή μετέφεραν το αρχαίο ξόανο του Διονύσου από την πόλη των Ελευθερών (στα όρια με την Βοιωτία) με επίσημο πομπή, τέλειο σχηματισμό και
παλλαϊκή συμμετοχή στο Αθήναιον, έναν μικρό ναό του θεού που ήταν πρίν από την Ακαδήμια και κατόπιν επέστρεφαν στο Λήναιο.
Το εξωτερικό γνώρισμα αυτής της εορτής ήταν η επικρατούσα ευθυμία και η γενική φαιδρότητα.
Όλη η θριαμβευτική πομπή με επικεφαλής το άγαλμα διήρχετο με λαμπρότητα και κατάνυξη όλες τις συνοικίες των Αθηνών.
Θα προσπαθήσω εν συνεχεία να εισχωρήσω και να αναλύσω τις ουσιώδεις λεπτομέρειες και τον εσωτερισμό των Μεγάλων Διονυσίων.
Οι παλλαϊκές εορτές προς χάριν του Διονύσου διετηρήθησαν επί πολλούς αιώνας, τις απηγόρευσαν με τα σκοταδιστικά διατάγματα των ανθελλήνων Θεοδοσίου και Ιουστινιανού, με την ποινή του θανάτου, της δημεύσεως της περιουσίας και της στερήσεως, δια παντός, του κληρονομικού δικαιώματος των τέκνων, όλων των συμμετεχόντων σε αυτές. Ως και τα εύθυμα τραγούδια κατά τον τρυγητό αυτές τις εξοντωτικές ποινές είχαν !!!
Ο Αριστοφάνης, που τίποτα δεν είχε αφήσει ασχολίαστο και από το όλο του το έργο φαίνεται ότι ήτο μεμυημένος, μας διέσωσε πολλά από αυτές τις Διονυσιακές τελετές και εορτές, κυρίως στο έργο του Αχαρνείς. « Μετά την κανηφόρο γυναίκα, η οποία κατά την πομπή κρατούσε το κάνιστον των σταφυλών, ακολουθούσε ο φαλλός, ήτοι το ανδρικόν μόριον, ως σύμβολον της γονιμότητος και της διαιωνίσεως . Κατόπιν ήρχετο ο παριστάνων τον Βάκχον, όστις εκράτει εις χείρας του θύρσον που έφερε στο άνω μέρος του κώνον πίτυος (κουκουνάρα) ή δέσμη φύλλων αμπέλου ή κισσού, επίσης όλοι οι συμμετέχοντες έφεραν όμοιον θύρσο αλλά μικροτέρου μεγέθους».
Πίσω από τον φαλλό ακολουθούσε η ομάδα που τραγουδούσε το φαλλικό άσμα, το οποίο ήταν εγκώμιο προς τον Διόνυσο – Ίακχο, ο οποίος παριστάνονταν σαν αδελφός ή μνηστήρ της Κόρης, ενώ ο διθύραμβος ήταν ύμνος και εγκώμιο προς τον Διόνυσο. Ο Ίακχος ήταν ο νεαρός Διόνυσος. «Διόνυσος επί μαστώ». Τα φαλλικά άσματα συνόδευαν ζωηροί χοροί, που κατά τον Αριστοφάνη ήταν πατροπαράδοτοι, ώστε να εξαρθούν οι μύστες με τους χορούς, οι μεμυημένοι εδώ κάπου παίζουν τον αυλό και τραγουδούν χωρία γιά τον Ίακχο. Ώ Ίακχε έλα σε αυτό το ιερό λιβάδι, έλα να χορέψεις με τους αγιασμένους συντρόφους σου, και στήσε μαζί με εμάς, τους αγνούς μύστας τον άγιο χορό, τον γεμάτο με τις ιερές χάριτες …
Στην τελετή αυτή, ο θίασος των χορευτών είχε επικεφαλής αυτόν που παρίστανε τον Διόνυσο ντυμένο με νεβρίδα (δέρμα ελάφου), θύρσο και βέλος από κισσό. Όλοι οι πανηγυρισταί είχαν στεφάνια από κισσό και λεύκη, γιατί η λεύκη ήταν χθόνιο φυτό προς τιμήν του Διονύσου και της Περσεφόνης.
Το άρμα του Διονύσου ακολουθούσαν γυναίκες που παρίσταναν τις Βάκχες, δηλαδή τις τροφούς του θεού που έφεραν τα ονόματα Βάκχαι, Μαινάδες, Θυιάδες, Μιμαλλόνες, Βιστονίδες και Βασσαρίδες οι οποίες φορούσαν μακρούς θρακικούς χιτώνας, όπου είχε και τις ρίζες της αυτή η παλαιά τελετή, γι’ αυτό και ο Διόνυσος εκκαλείτο και Βασσαρεύς (Ευριπίδης Βάκχαι 56 – Σοφοκλής Οιδίπους εν Κολωνό 680).

Β

Ο Πλούταρχος στον Αλέξανδρο, αναφέρει για τις γυναίκες συνοδούς του Διονύσου, ότι « πάσαι είναι συνέχεια των από αρχαιοτάτων χρόνων γυναικών της Μακεδονίας, που επιδίδονταν στα Ορφικά και στους Διονυσιακούς Οργιασμούς (τελετές), που αποκαλούντο Κλώδωνες και Μιμαλλόνες που πράττουν όμοια με προς τας Ηδωνίδας και περί τον Αίμον Θράσσας, εξ αυτού φαίνεται ότι εδόθη το ρήμα Θρησκεύειν εις τας οργιαστικάς και λεπτολόγους ιερουργίας». Οι γυναίκες αυτές αποτελούσαν τον Διονυσιακό Θίασο, χόρευαν και πηδούσαν μανιωδώς, ενώ ο Θίασος των ανδρών ήταν εποχούμενος σε άμαξα που έσκωπτε, χλεύαζε και έπαιζε με το πλήθος.
Το πλήθος υποδεχόταν ευφρόσυνα αυτές τις Βακχικές εκδηλώσεις και τις επιδοκίμαζε με τις ιαχές « Ευοί ! Ευάν ! - Ιώ ! Ιά ! – Βρόμιε ! Βρόμιε ! – Ίακχε ! Ίακχε ! Πίστευαν ενδόμυχα ότι ο Διόνυσος και ο Ίακχος παρακολουθούσαν αόρατοι την ιερά τελετή που ετελείτο προς τιμήν των.
Ο Πλάτων στον Φαίδρο λέει ότι αυτή η ιεροτελεστική ενεπνέετο υπό του Διονύσου και συνεχίζει: «Όσον αφορά δε τας Διονυσιακάς ή Βακχικάς τελετάς δεν θα μάθεις από εμέ ότι αποτελούνται όλαι από χορούς… Τρείς ήσαν αι κυριότεραι ορχήσεις, ο Κόρδαξ, η Σικιννίς και η Εμέλεια. Οι Σάτυροι οι θεράποντες του Διονύσου, έδωσαν σε αυτές τα ονόματα τους.
Με αυτήν δε την τέχνη υπέταξε ο Διόνυσος τους Τυρρηνούς, τους Ινδούς και τους Λυδούς και με στρατεύματα εκ χορευτών ενίκησε φυλάς τόσον μαχίμους».
Κατά τον Ησύχιο, ο Κόρδαξ ήταν χορός ακόλαστος με κινήσεις της γενετησίου ορμής και ήτο όρχησις της αρχαίου κωμωδίας. Η Σίκιννις ήτο όρχηση Διονυσιακή εις τα Σατυρικά δράματα και έφερε το όνομα του επινοήσαντος αυτήν την Σίκιννο ή της Σικιννίδος, νύμφης της θεάς Κυβέλης.
Ο Πλάτων στους νόμους Η, άλλα είδη ορχήσεως επαινεί και θαυμάζει και άλλα αποκρούει. Ορισμένα μέρη του χορού εθεωρούντο ως Βακχεία και ήταν μίμηση των μεθυσμένων συνοδών του Βάκχου, οι οποίοι έφεραν τα ονόματα Νύμφαι, Πάνες, Σιληνοί και Σάτυροι, η Σικιννίς δε εκτελείται σε καθαρμούς και τελετές.
Η Εμέλεια ήταν ήσυχος και ταπεινός χορός με ρυθμικές κινήσεις του σώματος. Λέγεται ότι πρώτος ο Αρχίλοχος οργάνωσε την Διονυσιακή όρχηση, τον χορό του θεάτρου τον αποτελούσαν 50 άνδρες χορεύοντας κύκλιον χορόν ή την Διονυσιακήν πέριξ του βωμού Πυρίχην (Ηροδ.Α.24 – Πίνδ. Ολυμπ. ΙΓ.18 – Σιμον. Επιγρ.58). Από τις Διονυσιακές πομπές ενεπνεύσθει ο Σαλαμίνιος Ευριπίδης και έγραψε το αθάνατο έργο του Βάκχαι, στο 237 αναφέρει τους ιερούς χορούς του Διονυσιακού Θιάσου.
Ο ιστορικός Διόδωρος ο Σικελιώτης στο Δ. 3 αναφέρει: «Τας γυναίκας κατά συστήματα θυσιάζειν τω θεώ και βακχεύειν και καθόλου (εντελώς καί καθ’ ολοκληρίαν) τήν παρουσίαν (κατά τήν εορτήν) υμνείν τού Διονύσου, μιμουμένας τάς ιστορουμένας τό παλαιόν προοδεύειν τώ θεώ μαινάδας».
Ο Ευριπίδης μας δίδει μία σαφή μαρτυρία, ότι οι ιεροί χοροί των Βακχών ετελούντο και εις το όρος Κιθαιρώνα και ότι ονομάζοντο «τριετηρίδες» επειδή επαναλαμβάνονταν ανά τριετία. «Είς δέ χορεύματα συνήψαν τριετηρίδων, αίς χαίρει Διόνυσος».
Ο Αριστοφάνης στις Νεφέλες 600 και ο Ευριπίδης στην Ιφιγεν. εν Ταύρ. 1243 και στις Βάκχες 21,145 αναφέρουν ότι «αί Θυάδες μετέβαινον είς τόν Παρνασσόν διά τόν λόγον ότι ό ίδιος ό Διόνυσος καθιέρωσεν επί τού Παρνασσού τήν τελετήν καί τούς ιερούς τούτους χορούς, οί οποίοι εγίνοντο πάντοτε τήν νύκτα μέ τάς πυρσόδεις φλόγας τών καιομένων δαδών».
Κατά τον Παυσανία, στους Δελφούς ο Διόνυσος ήταν ο πάσχων θεός κατά τους τρείς χειμερινούς μήνες, όταν κατήρχετο είς την γήν και την άνοιξη επανήρχετο εις την ζωήν. Τότε αι θυάδες ανήρχοντο εις τας κορυφάς του Παρνασσού για να χαιρετήσουν την επάνοδον του εις τον κόσμον και την ζωήν. Εκεί κοντά στο ιερό Μαντείο των Δελφών υπήρχε ο τάφος του αναγεννώμενου Διονύσου, που συμβόλιζε τον θεό που πέθαινε τον χειμώνα και αναγεννιόταν την άνοιξη (αέναος κύκλος της ζωής και του θανάτου). Η επάνοδος αυτή από τον θάνατο στην ζωή είναι η βάσις του μύθου του Ζαγρέως Διονύσου, τον οποίο διέπλασαν οι Ορφικοί εκ’ Κρητικών στοιχείων. Τούτον τον Ζαγρέα εσπάραξαν οι Τιτάνες (κατώτερα χοϊκά στοιχεία).
Ο Ηρόδοτος στο 108 περιγράφει: «Και τώ Διονύσω τριετηρίδας ανάγουσι (εορτάζουν) καί Βακχεύουσιν, δηλαδή τελούν τα μυστήρια του Βάκχου κατά τας μεγάλας τριετηρίδας. Και ο Διόδωρος ο Σικελιώτης στο Δ3 επ’ αυτού αναφέρει: « Παρά πολλαίς τών Ελληνίδων πόλεων διά

Γ

τριών ετών Βακχεία τε γυναικών αθροίζεσθαι καί ταίς παρθένους νόμον είναι θυρσοφορείν καί
συνεθουσιάζειν ευάζουσαι (κραυγάζουν ευάν) καί τιμώσαι τόν θεόν, τάς δέ γυναίκας κατά συστήματα θυσιάζειν τώ θεώ καί Βακχεύειν καί τήν παρουσίαν τού θεού υμνείν».
Ο Αριστοτέλης στην ρητορική Τόμος Β αφήνει να εννοηθούν τα εξής: Γενικά αί γυναίκες τού θιάσου κατά τίς Διονυσιακές τελετές εκπροσωπούσαν τις Βάκχες, ήσαν εκείνες πού είχαν αναθρέψει τον Διόνυσο καί τόν είχαν συνοδεύσει στίς εκπολιτιστικές του περιηγήσεις ανά τήν
υφήλιο. Τα πλήθη πίστευαν ότι εμπνεόταν από τον θεό και ότι ήσαν θεόληπτες και θαυματουργές, διότι έπιπταν σε βαθειά καταληψία. «Αί Βάκχαι επειδάν (όταν) ένθεοι γένωνται, όθεν οί άλλοι έκ’ τών φρεάτων ουδέ ύδωρ υδρεύεσθαι, εκείναι μέλι καί γάλα αρύονται (αντλούν).
Βάκχαι δέ αί Διονύσου καί τών Νυμφών δώρα μεταβάλουσιν, ηνίκ’ άν γένωνται (όταν γίνουν ενθουσιώδεις» (Αριστ. Ρητορ. Τόμος Β σελ. 23).
Κατά τον Αιλιανό (ποικίλη Ιστορία Γ 40 ), οι χορευταί του Διονύσου εκκαλούντο Σάτυροι, γιατί γελούσαν πλατιά, Τίτυροι γιατί τερέτιζαν (σιγοτραγουδούσαν) και Σιληνοί ώς ψέγοντες και σκώπτοντες με δυσάρεστα παιχνίδια.
Ο Θεόκριτος μας διέσωσε στο έργο του Λήναι ή Βάκχαι, ένα μέρος από τις ιερές τελετές των Βακχών του Κιθαιρώνος και τον θάνατο του Πενθέα από την ίδια την μητέρα του Αγαύη, διότι αμύητος παρακολουθούσε κρυφά τα τεκταινόμενα του θείου δράματος. « Αυτό πού σείς εκάματε
το είχε προστάξει ό Βάκχος, κανείς άς μήν καταφρονεί ό,τι οί θεοί προστάζουν». Όλες οι συμμετέχουσες στις ιερές μυητικές τελετές του θεού, που διαρκούσαν επτά ημέρες, έπαιρναν νέα θεόληπτα ονόματα απαρνούμενες την πρωτέρα τους ζωή.
Τα Διονύσια ήταν η προσφιλέστερη και μαζί με τα Παναθήναια οι σπουδαιότερες από τις εορτές των Αθηνών, διότι έδινε την ευκαιρία, στον από την φύση του χαρούμενο και ευφυή λαό, να διασκεδάσει και να επιδείξει την λεπτότητα του πνεύματος του, αλλά και την δεικτική του ειρωνεία και τα καυστικά του σκώμματα προς όλους. Στους πολύ παλαιούς χρόνους η εορτή ήταν βάναυσος, ευπρεπής και άγρια, επειδή η λατρεία του Διονύσου ήταν μία μίξη αρχεγόνων Θρακικών και Φρυγικών θρύλων και παραδόσεων. Κατά τους μετέπειτα χρόνους, το λεπτό Αττικό πνεύμα απέβαλλε τις υπερβολές και τις ασχήμιες και καθιέρωσε την Διονυσιακή λατρεία με ευπρέπεια και μεγαλοπρέπεια. Μάλιστα από την εποχή του Πεισιστράτου, όταν εισήγαγαν τα εξευγενισμένα Ορφικά σαν παραλλαγή των Διονυσίων, ήταν η πλέον προσφιλής εορτή των Αθηναίων και την τιμούσαν εξ’ ίσου με τα Ελευσίνια, με τα οποία είχαν ομοιότητα και συγγένεια, λόγω της κοινής εν πολοίς καταγωγής των.
Εκτός των Διονυσιακών απλών εορτών, που ήσαν όπως έχομε αναφέρει, για τον πολύ λαό με ψήγματα θρησκευτικά και μεταφυσικά, υπήρχαν και τα Διονυσιακά Μυστήρια, που ήσαν για τους ολίγους τους ταγούς, που μπορούσαν να τα παρακολουθήσουν, να τα κατανοήσουν και να τα σεβαστούν, όπως ίσχυε σε όλα εξ’ άλλου τα Μυστήρια. Η αρχή των Διονυσιακών Μυστηρίων χάνεται στα βάθη του Ελληνικού χρόνου, όταν εγκαταστάθηκαν στην Βοιωτία και την Αττική οι Πελασγοί και κατόπιν μετακινήθηκαν οι Ελληνικές φυλές των Θρακών και των Μακεδνών προς τα Δυτικά και Νότια. Τα Διονύσια είχαν Πανελλήνια αναγνώριση και εκτίμηση, γι’ αυτό συνέρρεαν στας Αθήνας από όλον τον ευρύ Ελληνικό χώρο και από τις πλέον απομακρυσμένες εποικίσεις. Διότι εκτός από τον Βακχικό χαρακτήρα και την ευθυμία που παρείχαν οι εορτές, υπήρχε και ο ουσιώδης και θεμελιώδης εσωτερικός σκοπός των Διονυσιακών Μυστηρίων.
Με την Διονυσιακή εσωτερική θρησκευτικότητα, ανύψωναν την ψυχή των ικανών μέχρι του σφοδρού ενθουσιασμού, που επιτυγχανόταν με άτακτες και ταχύτατες κινήσεις, με άγριες φωνές, με συνοδεία μουσικής που ήταν ένα σύνολο διαπεραστικών ήχων από χαλύβδινα κρουστά και οξείς τόνους αυλών.
Οι αφιερωμένες γυναίκες στον θεό έφεραν στο κεφάλι τους στέφανο από κισσό με φύλλα δρυός και άνθη σμίλακα, είχαν στους ώμους τους ριγμένο δέρμα ελάφου, στο ένα χέρι κρατούσαν θύρσο και στο άλλο δάδα, που φώτιζε συμβολικά τα σκότη κατά τις πλανητικές τους πορείες, τον αόρατο Διόνυσο που τις οδηγούσε. Το εκστατικό νυκτερινό φυσικό περιβάλλον με τα θέλγητρα του που φωτιζόταν από το ρετσίνι των πυρσών, η επαγωγός μουσική και οι οξύτατες ρυθμικές κραυγές μετεώριζαν τις γυναικείες μέχρι παραφοράς και θείας μανίας, που την διαδεχόταν εκ διαλειμμάτων απόλυτος ησυχία και γαλήνη.

Δ

Στις τελετές αυτές ήταν προσαρμοσμένη κάποια μυστική αρετή, την οποία απελάμβαναν μόνον οι μεμυημένοι, διότι ο Διόνυσος δεν επικοινωνούσε με όλους αλλά μόνον με όσους ήταν ικανοί να εναρμονισθούν με αυτόν.
Ο Διονυσιακός μυστικισμός, όπως και όλοι οι μυστικισμοί, δίδασκε περιφρόνηση προς το ανθρώπινο πεπερασμένο λογικό, ώστε να ανυψωθεί και να κατανοήσει το ύπατο συμπαντικό – θείο λογικό.
Ο Ευριπίδης στις Βάκχες, γράφει για τον μάντη Τειρεσία που κατήχετο και εμπνεόταν από τον Βάκχο, «Μόνοι γάρ εύ φρονούμεν, οί δ’ άλλοι κακώς». Έτσι οι μεμυημένοι εγκατέλειπαν τις ζωές και τις ψυχές των στο αντικείμενο της λατρείας των καθιστάμενοι ισόβιοι ακόλουθοι του Διονύσου. Και ο Διόνυσος τους αντάμειβε και τους κάλυπτε με την θεότητα του τις ψυχές τους, που για αυτούς ήταν η πηγή απείρων ηδονών που τους οδηγούσε στην ευδαιμονία. Πίστευαν ότι εκαθαίροντο, ότι γινότανε καλλίτεροι, ότι έφθαναν στην μακαριότητα, όπου το πνεύμα τους και η ψυχή τους εγκατέλειπαν τις θλίψεις των βεβήλων (αμυήτων) και ότι ξεκινούσαν έναν νέο βίο αγνό και άγιο που τους δώριζε ο θεός. «Ώ μάκαρ, όστις ευδαίμων τελετάς θεών έν όρεσιν Βακχεύων οσίοις καθαρμοίσιν», (μακάριος είναι εκείνος που γνωρίζει τις τελετές των θεών, αφιερώνει την ζωή του σε αυτές και ενθουσιάζει την ψυχή του με ιερούς καθαρμούς επάνω στα όρη) Ευριπ. Βάκχαι 72.
Άρα υπήρχε στις Διονυσιακές τελετές – λατρεία η επιθυμία της τελειώσεως που επραγματοποιήτο μέσα σε έντονη έκσταση, διά μέσου μιάς μυστηριώδους επικοινωνίας της ψυχής των μυστών με αυτήν του Διονύσου. Από τις τελετές και την παράφορο λατρεία προεχόταν ο Διονυσιακός μυστικισμός, που ήταν για τους μυημένους η ψυχική έκσταση, γιατί πίστευαν ότι με αυτήν γινότανε καλλίτεροι ( έπρεπε όλοι οι μύστες να βιώνουν εν αρετή) και η ψυχή τους διά της ευδαιμονίας ανήρχετο προς τα ουράνια Ηλύσια πεδία.
Και από τον όρκο που έδιναν οι γυναίκες που έπαιρναν μέρος στα Διονυσιακά Μυστήρια, φαίνεται η ιερότητα και η αγνότητα των μυστηρίων. Αργότερα επεκράτησε ακόμη μεγαλύτερη σεμνότητα και ευπρέπεια κατά την εορτή των Διονυσίων, απέκλειαν τους βωμολόχους και τους προδότες και έπαιρναν μέρος μόνο οι μεμυημμένοι.
Η πόλις των Αθηνών με ιδιάζουσα προσοχή και μέριμνα φρόντιζε για την διδασκαλία και την μύηση των πολιτών σε αυτές τις τελετές, εθεωρείτο δε ιερό καθήκον να προετοιμάζει και να καταρτίζει τους ιερούς χορούς των Διονυσιακών τελετών. (Αριστοφ. Βατρ.686).
Ο επώνυμος άρχων μόλις αναλάμβανε το αξίωμα του, εγκαθιστούσε τρείς χορηγούς των τραγωδιών, τους ποιο πλούσιους από τους Αθηναίους, διόριζε επίσης και πέντε χορηγούς για τις κωμωδίες, αργότερα τούτους τους διόριζαν οι φυλές, όριζε σε αυτούς τις αντιδόσεις, δηλαδή τις σοβαρές δαπάνες που τους αναλογούσαν, για να εκπαιδευτούν οι χοροί των ανδρών, των παιδιών και των κωμωδών για τα Διονύσια. Ο άρχων προΐστατο του αγώνος των Διονυσίων, είχε επίσης την επιμέλεια της πομπής των μεγάλων Διονυσίων μαζί με τους επιμελητάς, οι οποίοι κατέβαλαν τις δαπάνες για την πομπή. (Αριστ. Πολ. Αθην. 21).
Ο Πλάτων στους νόμους Ζ, περιγράφει τους ψάλτας του Διονύσου ότι ήταν εξήντα ετών, καλαισθητικοί για τους ρυθμούς, τις συνθέσεις των αρμονιών (μουσικής) και την καλή μίμηση των μελωδιών, από τις οποίες πάσχουν αί ψυχαί , ώστε να αποβάλλουν τα κακά πάθη των και να εξυμνούν και να μαγεύουν τις ψυχές των νέων και να τους προτρέπουν να τους ακολουθήσουν για την απόκτηση της αρετής διά της μιμήσεως. Διότι η προβολή του δράματος
(από το δράω - δρώ) της ζωής σαλεύει τον ανθρώπινο πόνο και κρούει τις θύρες του θανάτου.
Να γιατί η τελειώτης της μοναδικής Ελληνικής Τραγωδίας και του υποχρεωτικού για όλους θεάτρου, συνέτειναν εις τον κολοφώνα του Ελληνικού πολιτισμού, από την αρμονική σύμπραξη στα πρανή της Ακροπόλεως, της πανσόφου Παλλάδος Αθηνάς και την παλίρροια του Βάκχου.
Ο Βάκχος αντιπροσώπευε την λαϊκή όψη του σκοτεινού ακτινοβόλου Διονύσου των αρχαίων Θρακοφρυγικών τελετών και λατρειών. Ο Διόνυσος είχε τα μυστήρια του που τα εμπλούτισε και ανέπτυξε ο Ορφεύς, ο Βάκχος είχε τις αγροτικές του λαϊκές εορτές, τον διθύραμβο, που ήταν ένας οινοβαρής χορός από μεταμφιεσμένους σε Σατύρους χωρικούς που έψαλαν την δόξα του θεού της αμπέλου και των σταφυλών.

Ε

Ο μύθος του Διονύσου, του τεμαχισμένου από τους Τιτάνες και αναστηνομένου στους κόλπους της Ουρανίας Δήμητρος, περιείχε το μεγαλύτερο από τα κοσμογονικά μυστήρια.
Το έχομε ήδη αναφέρει ότι, τα Βάκχια ήταν για την εκτόνωση και έμμεσο αγωγή του λαού, τα Διονύσια ήταν για τους ολίγους τους ταγούς, που μπορούσαν να τα εννοήσουν, να τα σεβασθούν και να τα βιώνουν ισοβίως.
Από τις βακχικές εορτές και τελετές, ο Θέσπις, συνέλαβε την φαεινή ιδέα, να ενσαρκώσει τον θεό στον κορυφαίο του χορού και να υποδυθεί ο ίδιος αυτόν τον ρόλο, αντί να μιλάει στο τρίτο πρόσωπο. Ο Θέσπις έφερε τον θίασο του εφ’ αμάξης και περιόδευε τους δήμους και τας κώμας δίνοντας τις παραστάσεις του. Η αποδοχή και η επιτυχία ήταν πλήρης, έτσι γεννήθηκε το οργανωμένο θέατρο!. Ο Δημοσθένης στον Α’ Φιλιππικό του ψέγει τους Αθηναίους για τις υπερβολικές δαπάνες των Διονυσίων, ενώ παραμελούν την άμυνα της πόλεως.
Οι επιμεληταί των τελετών - εορτών ονομάζοντο Μύσται και Συνμύσται του Διονύσου, αυτοί έγραφαν σε επιγραφές τις δαπάνες των εορτών και τους κτήτορας των βωμών και ιερών του Διονύσου, όλων των Ελληνικών πόλεων αλλά και των ιδιωτών, που αφορούσαν την σωτηρίαν των ιδίων αλλά και των τέκνων τους. Τους δε ιερείς των τελετών τους τιμούσαν πάρα πολύ, ώστε σε πολλές πόλεις είχαν τακτική αμοιβή, τα ονομαζόμενα τέλεστρα, είχαν επίσης ατέλεια εισαγωγής και εξαγωγής των προϊόντων τους.
Ονόμαζαν τον Διόνυσο Αρχηγέτη των μυστηρίων, αλλά και Ίακχο (σημαίνοντα την χαρά, την διά βοής χαρά με έκσταση και θαυμασμό, από το επιφώνημα ιώ, ιώ, ιά, ιά, από την ιακχή Ίακχος). Σημαντικό σημείο αναφοράς των Διονυσιακών τελετών και της λατρείας του ήταν ότι, η πόλη έδειχνε ιδιαίτερη φροντίδα και χορηγούσε μεγάλα ποσά στους διαπρεπέστερους λυρικούς ποιητές, για την σύνταξη του ύμνου του διθυράμβου, για την εξύμνηση του θεού Διονύσου.
Αυτοί οι λαμπροί Διονυσιακοί ύμνοι, κατά τον Ησύχιο ονομάζοντο Θρίαμβοι, Ίαμβοι και Διθύραμβοι, που ήταν προς τιμήν του Δίς την θύραν της ζωής εμβάντος, ( της γαστρός της Σεμέλης και του μηρού του Διός) Διονύσου. Κατά την εορτήν της θυσίας του βοός προς τον Διόνυσο του έψαλαν τον ύμνο που τον ονόμαζαν και Ιόβακχο.
Η κωμωδία έχει τις ρίζες της στα φαλλικά άσματα που έλεγαν στην εορτή του Βάκχου.
«Ή δε κωμωδία από τά τών φαλλικών, ά έτι καί νύν έν πολλαίς τών πόλεων διαμένει νομιζόμενα». ( Αριστοτέλης. Περί ποιητ. 4). Γενικά από την λατρεία και τις Διονυσιακές τελετές, έχομε τα τρία μεγάλα είδη της δραματικής ποιήσεως, την τραγωδία, την κωμωδία και το σατυρικό δράμα. Στις νεφέλες του Αριστοφάνη, ο χορός δηλώνει ότι τον εξέθρεψε ο Διόνυσος.
Ο θεοσεβής Πίνδαρος, είχε μυηθεί στα παλαιά και τα νέα Διονύσια, είχε συντάξει πολλούς διθυράμβους, με θαυμασμό αναφέρεται στις τελετές, στο θέατρο και στον σπουδαίο ρόλο που είχαν για την ψυχοπνευματική ευεξία και αγωγή των πολιτών
Η λατρεία και οι Διονυσιακές τελετές είχαν γενικευθεί σε όλον τον ευρύ Ελληνικό χώρο, είχαν δε ανεγείρει ναούς , βωμούς και ιερά με θαυμάσια ξόανα και αγάλματα του θεού, που βεβαιώνουν οι μαρτυρίες των αρχαίων συγγραφέων και το πλήθος των ανευρεθέντων επιγραφών.
Θα αναφέρω συνοπτικά τις σημαντικότερες τελετές και τις ονομασίες τους, που μας τις διέσωσε ο μύστης Παυσανίας ο Περιηγητής.
Ανά τριετία και κατά τον χειμώνα στον Ορχομενό, στο Άργος και την Θήβα στους αγρούς τελούσαν τα Αγριωνία, κάτι σαν νεκρώσιμο μνημόσυνο προς τιμήν του Αγριωνίου Διονύσου (Ησύχιος).
Όταν ο Αντώνιος πήγε στην Έφεσο, οι γυναίκες προηγούντο ως Βάκχες και ακολουθούσαν οι άνδρες και τα παιδιά ως Σάτυροι και Πάνες (Πλούταρχος).
Στον δήμο των Αχαρνών ο Διόνυσος εορταζόταν με την ονομασία Μελπόμενος και Κισσός.
Στην Ηλεία δίπλα στο θέατρο υπήρχε το ιερό του Διονύσου με ένα θαυμάσιο άγαλμα του θεού, έργο του Πραξιτέλη. Από όλους τους θεούς οι Ηλείοι σεβότανε περισσότερο τον Διόνυσο, διότι τους επεφοιτούσε κατά την εορτή των Θυίων.
Στην Άνδρο έλεγαν ότι, κάθε χρόνο κατά την εορτήν του θεού έρρεε από το άγαλμα του άφθονος οίνος.
Στα Μέγαρα υπήρχε ναός του Νυκτελίου Διονύσου με ένα θαυμάσιο ξόανο (Παυσανίας).

ΣΤ

Στην Σικυώνα στον ναό του Διονύσου υπήρχε ένα σπουδαίο άγαλμα από χρυσό και ελεφαντόδοντο .
Στην Αργολίδα την εορτή του θεού την ονόμαζαν Τύρβη, στην Πελλήνη Λαμτήρια, στις Αμύλκες της Λακωνίας Ψίλακα, στην Αρκαδία Αλύσσια όπου ονόμαζαν τον θεό Μύστη.
Γενικά ο θεός Διόνυσος λατρευόταν σε όλον τον ευρύ Ελληνικό χώρο, στις πόλεις των εποίκων, στην Αίγυπτο, την Μέση Ανατολή και μέχρι την Ινδία. «Πατρί Άμωνι καί Ηρακλή αδελφό καί Αθηνά Προνοία και Διί Ολυμπίω καί Σαμοθράξι Καβείροις καί Ινδώ Ηλίω καί Δελφώ Απόλλωνι».
Επιγραφή που βρήκε ο Μέγιστος Αλέξανδρος, όταν διέβει τον Ύφαση ποταμό στην Ινδική, που την αναφέρει ο Φιλόστρατος στον βίο του Απολλωνίου του Τυανέως.
Πολλά δρώμενα μέχρι σήμερα, κατά τις εορτές και τις πανηγύρεις είναι κατ’ ευθείαν κατάλοιπα των Διονυσιακών εορτών και των μυστηρίων τους, που έχουν περάσει στην καθημερινή ζωή μας
και είναι ακόμη μία αμάχητος απόδειξη της αρρήκτου συνεχείας του γένους μας ανά τις χιλιετίες. Αναφέρω το πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα Αναστενάρια. Αυτά ετελούντο κατά την εορτή του Αγ. Κωνσταντίνου στα χωριά της Αγαθουπόλεως της Μ. Ασίας, από όπου μετεφέρθησαν αυτούσια, μετά την μιαρή εθνοκάθαρση των Τούρκων, με τους πρόσφυγες του 1922 στην Μακεδονία και όπου τελούνται ανελλιπώς, παρά τους διωγμούς που υφίστανται από την εκκλησία μέχρι των ημερών μας και ας χορεύουν με το εικόνισμα του αγίου στην αγκαλιά τους. Οι εορτές των αναστενάρηδων είναι συνέχεια και έχουν πολλές ομοιότητες με τα όργια των Βακχών, των Μαινάδων και των Διονυσιακών Πυροβασιών. Σε αυτά άνδρες και γυναίκες χορεύουν έξαλλοι με οιστρομανία, γυμνόποδες και λυμένη την κόμη τους, όπως στην Βακχική πομπή. Και όπως οι πρόγονοι μας κρατούσαν στο δεξί τους χέρι τον Θύρσο και στο αριστερό αγαλμάτιο του Διονύσου και οργίαζαν με το επιφώνημα ευοί – ευάν, έτσι και στα αναστενάρια κρατούν τις εικόνες και εκτελούν τον ιερό χορό με τους ήχους της απαραίτητης εκστασιακής μουσικής, οργιάζουν (ιερή τελετή) στενάζοντας. Εάν κάποιος ξένος παρευρισκόταν στην εορτή και την περιγελούσε, έπρεπε εξάπαντος να φονευθεί, όπως ο Πενθέας, κατασπαράχθηκε για την ασέβεια του, από την μητέρα του στον Κιθαιρώνα. (Αναστενάρια Α. Χουρμουζιάδη 1873).
Στις μυστικές Διονυσιακές τελετές, όπως και στα άλλα Ελληνικά μυστήρια μετείχαν μόνον οι μυημένοι και οι αφωσιωμένοι στον θεό, ο οποίος τους αντάμειβε πληρώντας την ψυχή τους με απολαύσεις και υψηλές ηδονές. Κύριος σκοπός των μυστηρίων ήταν ο εξαγνισμός του ανθρώπου και η απελευθέρωση των θεϊκών στοιχείων, τα οποία κατέχει ο άνθρωπος.
Οι Ορφικοί ταύτιζαν τον Διόνυσο με τον Ζαγρέα, τον οποίον θεωρούσαν υιόν του Διός και της Περσεφόνης, θυγατέρας της Ρέας.
Ο Διόνυσος είναι υιός του Διός και της θνητής Σεμέλης. Από την κατακεραυνωθήσα μητέρα του, γιατί αναζητούσε την υπερτάτη γνώση, ο Ζεύς απέσπασε το έμβρυο και το έκρυψε στην λαγόνα του μέχρι να καταστεί βιώσιμο. Η Ήρα ερεθίζει τους Τιτάνες (κατώτερες χωικές δυνάμεις), αυτοί κατασπαράζουν το βρέφος, αλλά η Παλλάς Αθηνά (θεία σοφία), η οποία είχε γεννηθεί από την κεφαλή του Διός (πνευματικό γέννημα), σώζει την πάλλουσα καρδία του βρέφους και την πηγαίνει στον πατέρα της τον Δία.
Από αυτήν την καρδία αναγεννάται ο υιός για Δεύτερη φορά. Ο μύθος μας αποκαλύπτει την εξέλιξη που συντελείται στην ψυχή του ανθρώπου και την αθανασία της.
Έτσι διαφύλαξαν, την ανωτέρα πνευματική κληρονομία της ανθρωπότητας, που ήταν η μόνη οδός που οδηγούσε τον άνθρωπο από τον ζωώδη βίο, στην συγκρότηση οργανωμένων κοινωνιών, την εξημέρωση των ηθών και την δημιουργία του ανεπανάληπτου Ελληνικού πολιτισμού, με την παγκόσμια καταλυτική θετική επίδραση.
Στα Μυστήρια γινότανε δεκτοί κατόπιν αυστηράς εξετάσεως και επιλογής μόνον οι ικανοί και οι ενάρετοι, που δεν εκκρεμούσε τίποτα το μεμπτό εις βάρος τους και που είχαν την έξωθεν καλή μαρτυρία και αναγνώριση, ακολουθούσε μία ειδική εισαγωγική τελετή με διάφορους καθαρμούς και μετά από φοβερούς ισόβιους όρκους και δοκιμασίες, διείρχοντο το άβατο των μυητικών κέντρων, υπό τον όρον της αυστηρότατης εχεμυθείας.
Προοδευτικά και βαθμηδόν τους γινότανε η αποκάλυψη της κοσμογονικής διδασκαλίας, ο προορισμός του ανθρώπου και η βεβαιώτης της μετά θάνατον αμοιβής ή τιμωρίας, τους εμπιστευόταν επίσης γνώσεις, τέχνες και αλήθειες, που τους άλλαζαν οριστικά και ενάρετα τον

Ζ

τρόπο της ζωής των.
Φυσικά φρόντιζαν και για την αγωγή και διασκέδαση του λαού, με εορτές και απλές τελετές και με συγκαλυμμένα στοιχεία που κάλυπταν κάποιες θείες αλήθειες και παρακαταθήκες.
Ο Πλάτων στον Τίμαιο, μας παραθέτει συνομιλία του σοφού Αιγυπτίου ιερέως με τον Σόλωνα στην πόλη Σαϊδα, που έγινε στην Ελληνική : « Σας αφηγούνται για τον Διόνυσο, ότι γεννήθηκε από τον Δία και μία θνητή μητέρα, ότι τοποθετήθηκε στην λαγόνα του και ότι γεννήθηκε για
δεύτερη φορά, και σας παρουσιάζεται αυτό σαν μύθος, αλλά περικλείει την αλήθεια, αυτή είναι η γέννηση του θείου και η εξέλιξη του στην ψυχή του ανθρώπου.
«Όταν το θείον Διονυσιακόν στοιχείο σκιρτήσει στην ψυχή του ανθρώπου, αυτή αισθάνεται μία σφοδρή επιθυμία – νοσταλγία για την αληθινή μορφή και την αποστολή της».
Από το μερισμένο θείο βρέφος – τεμαχισμένη θεία γνώση, γεννιέται η Σοφία που είναι ο Λόγος, το τέκνο του Θεού και μιάς θνητής, του φθαρτού μέρους της ανθρωπίνης υποστάσεως, ενώ ο έσω θείος σπινθήρ ανυψώνεται κατόπιν των συνειδητών προσπαθειών του ασυνείδητα προς το θείον.
Ο Διόνυσος Κατέχει Εξέχουσα θέση όχι μόνο στο πάνθεο των θεών, αλλά και στην καλλιτεχνική δημιουργία του ανθρώπου. Ο περίφημος Γάλλος G. Mèantis γράφει: «Χωρίς τον Διόνυσο η ανθρωπότης δεν θα γνώριζε ούτε την τραγωδία ούτε την κωμωδία ούτε και τον λυρισμό.
Πάνω από 140 είναι οι γνωστές προσωνυμίες του Διονύσου, που μαρτυρούν την μεγάλη του προσφορά επιρροή και δημοτικότητα στο πέρασμα των χιλιετιών σε όλη την πολιτισμένη ανθρωπότητα.